Μπάτμαν και Σούπερμαν, κατέφθασαν θορυβωδώς στην κινηματογραφική μας επικαιρότητα

Οι διασημότεροι χάρτινοι ήρωες της αμερικανικής ποπ κουλτούρας, ο Μπάτμαν και ο Σούπερμαν, κατέφθασαν θορυβωδώς στην κινηματογραφική μας επικαιρότητα. Είναι κεντρικά πρόσωπα στην ίδια ταινία, στο «Βatman v Superman: η αυγή της δικαιοσύνης» (**) του Ζακ Σνάιντερ. Η συμβίωσή τους, ανταγωνιστική και εχθρική, λειτουργεί σαν ταυτόχρονη σχάση δύο ετερόκλητων ατόμων στον πυρηνικό αντιδραστήρα ενός blockbuster, που κάποιες στιγμές νομίζεις πως δεν έχει κέντρο βάρους ούτε ταυτότητα. Ο σκοτεινός Μπάτμαν βλέπει με μισό μάτι τον φωτεινό Σούπερμαν. Είναι καχύποπτος. Φοβάται μήπως οι τεράστιες και ανεξάντλητες δυνάμεις του εξωγήινου υπερανθρώπου τον μετατρέψουν σε ανεξέλεγκτο και υπερόπτη «άγγελο του καλού». Τη διχόνοια των δύο υπερηρώων θα την εκμεταλλευτεί ο σατανικός Λεξ Λούθορ, που θέλει να καταστρέψει τον κόσμο. Είναι ο πιο ενδιαφέρων ήρωας της ταινίας, και αυτό χάρη στην ερμηνεία του Τζέσε Αϊζεμπεργκ. Τους υπόλοιπους τους ξεχνάς μόλις πέφτουν οι τίτλοι του τέλους: ο Μπεν Αφλεκ (Μπάτμαν) δίνει την εντύπωση πως βρίσκεται σε πλατό που γυρίζεται περιπέτεια Τζέιμς Μποντ, ενώ ο Χένρι Κάβιλ (Σούπερμαν) φαντάζει σαν πλαστική κούκλα. Κατά τ’ άλλα, το σενάριο είναι προσχηματικό (σε κάποιες στιγμές νομίζεις πως κάτι χάθηκε στο μοντάζ), αλλά και εμποτισμένο στα διδάγματα της χριστιανικής αλληγορίας. Το μόνο που ξεχωρίζει αληθινά σε αυτή την ταινία είναι η φόρμα της, στο στυλιζάρισμα του Σνάιντερ («300», «Watchmen») έχει αφομοιωθεί δημιουργικά (εννοώ κινηματογραφικά) η αισθητική του graphic novel. Το «Μια υπέροχη μέρα» (***) είναι διεθνής συμπαραγωγή, με γνωστούς ηθοποιούς (Μπενίτσιο Ντελ Τόρο, Τιμ Ρόμπινς, Ολγα Κιριλένκο, Μελανί Τιερί) και σκηνοθέτη τον Ισπανό Φερνάντο Λεόν Ντε Αρανόα (πριν από χρόνια είχε γυρίσει το εξαιρετικό φιλμ «Δευτέρες με λιακάδα»). Η δράση εκτυλίσσεται το 1995 σε μια ναρκοθετημένη ορεινή περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας, κατά τις ημέρες που τέλειωνε επισήμως ο πόλεμος. Ο Ισπανός Μαμπρού και ο Αμερικανός (;) Μπρι, δύο τυχοδιώκτες σε ΜΚΟ με αντικείμενο τον καθαρισμό των πηγαδιών και πηγών πόσιμου νερού, ζουν μια περιπέτεια παραλόγου: Αναζητούν μερικά μέτρα σχοινί για να ανεβάσουν το πτώμα ενός άντρα από ένα πηγάδι και πουθενά δεν βρίσκουν. Ούτε στη βάση τους, ούτε στη βάση των κυανόκρανων του ΟΗΕ. Σχοινί έχουν μόνον οι ντόπιοι, αυτό όμως είναι μόνον για κρεμάλα. Το μίσος, που οδήγησε στην τραγωδία, εμφανίζεται σιγά σιγά. Από αυτό το παράλογο δράμα, που έχει στοιχεία και από γουέστερν, δεν λείπει το χαμηλότονο χιούμορ. Το «Μεσιέ Σοκολά» (***) βασίζεται σε γεγονότα από τη ζωή του υπαρκτού Ραφαέλ Παντίγια. Ηταν ο πρώτος έγχρωμος αρτίστας, που έγινε διάσημος στο Παρίσι των αρχών του 20ού αιώνα. Τον ανακάλυψε στην επαρχία, σε ένα μικρό τσίρκο, ο λευκός κλόουν Φουτίτ, που η καριέρα του βρισκόταν σε πτώση. Ο θλιμμένος Φουτίτ ανακάλυψε στον μονίμως γελαστό Σοκολά την κίνηση και τον ρυθμό ενός εκκολαπτόμενου περφόρμερ, που έφερνε στο γκαγκ τον αέρα του σουίνγκ. Ακαδημαϊσμός σε γερά θεμέλια από τον σκηνοθέτη Ροσντί Ζεμ. Παίζουν: Ομάρ Σι, Τζέιμς Τιερέ, Ολιβιέ Γκουρμέ, Κλοτίλντ Εσμέ. Στο «Η Εβίτα δεν κοιμάται πια εδώ» (**) γυρίστηκε από τον Πάμπλο Αγουέρο. Η μυθοπλασία (λιτή και θεατρική δράση, κλεισμένη σε εσωτερικούς χώρους) και τα φιλμ επικαίρων λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία σε μια ταινία γύρω από τον περονισμό και την προσωπολατρία. Χρονικά καλύπτει την περίοδο από τον θάνατο της Εβίτας Περόν και την ταρίχευση του άψυχου σώματός της, μέχρι τον ενταφιασμό του 25 χρόνια μετά. kathimerini.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει Περισσότερα από τον συγγραφέα

Αφήστε μια απάντηση

Read previous post:
Αποικία σωμάτων γεμάτη μοναξιά
Αποικία σωμάτων γεμάτη μοναξιά

Παραδομένα σε μια κατάσταση νάρκης, απόσπασης ή γαλήνιας παρατήρησης, τα σώματα του Χρήστου Παλλαντζά

Close