Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής, 20 Δεκεμβρίου

Ευαγγέλιο Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015 - Ε΄Λουκά ( ιστ´19-31)

 

20 Δεκεμβρίου 2015, Κυριακή προ των Χριστουγέννων.

Απόστολος προς Εβραίους (ια΄ 9-10, 24-26, 32-40)
Αδελφοί,
(9-10) Πίστει παρώκησεν Αβραάμ εις την γην της επαγγελίας ως αλλοτρίαν, εν σκηναίς κατοικήσας μετά Ισαάκ και Ιακώβ των συγκληρονόμων της επαγγελίας της αυτής· εξεδέχετο γαρ την τους θεμελίους έχουσαν πόλιν, ης τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός.
(24-26) Πίστει Μωϋσής μέγας γενόμενος ηρνήσατο λέγεσθαι υιός θυγατρός Φαραώ, μάλλον ελόμενος συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού η πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν, μείζονα πλούτον ηγησάμενος των Αιγύπτου θησαυρών τον ονειδισμόν του Χριστού· απέβλεπε γαρ εις την μισθαποδοσίαν.
(32-40) Καί τι έτι λέγω; επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος περί Γεδεών, Βαράκ τε και Σαμψών και Ιεφθάε, Δαυΐδ τε και Σαμουήλ και των προφητών, οι διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγενήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων· έλαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τους νεκρούς αυτών· άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν· έτεροι δε εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος, εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης.
Καί ούτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρείττόν τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Αδελφοί,
(9-10) Με την πίστιν κατώκησε ο Αβραάμ εις την γην της επαγγελίας σαν ξένος σε μια ξένη χώρα, ζων σε σκηνές, μαζί με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, οι οποίοι ήσαν συγκληρονόμοι της ιδίας υποσχέσεως, διότι επερίμενε την πόλιν, η οποία είχε στερεά θεμέλια και της οποίας αρχιτέκτων και δημιουργός είναι ο Θεός.
(24-26) Με την πίστιν ο Μωϋσής, όταν εμεγάλωσε, αρνήθηκε να ονομάζεται υιός της θυγατρός του Φαραώ, διότι επροτίμησε μάλλον να υποφέρη μαζί με τον λαόν του Θεού παρά να έχη την πρόσκαιρη απόλαυση αμαρτωλών πραγμάτων. Εθεώρησε μεγαλύτερον πλούτον από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον εξευτελισμόν του Χριστού, καθ’ όσον απέβλεπε εις την ανταπόδοσιν.
(32-40) Καί τι ακόμη να πω; Δεν μου επιτρέπει ο χρόνος να σας διηγηθώ διά τον Γεδεών, τον Βαράκ, τον Σαμψών, τον Ιεφθάε, τον Δαυίδ και Σαμουήλ και τους προφήτας, οι οποίοι με την πίστιν ανέτρεψαν βασίλεια, έκαναν έργα δικαιοσύνης, επέτυχαν την πραγματοποίησιν υποσχέσεων του Θεού, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβησαν την δύναμιν φωτιάς, διέφυγαν την σφαγήν, έγιναν από αδύνατοι δυνατοί, έγιναν ισχυροί σε καιρόν πολέμου, έτρεψαν εις φυγήν παρατάξεις των εχθρών. Γυναίκες έλαβαν τους νεκρούς των δι’ αναστάσεως, άλλοι δε εβασανίσθησαν και δεν εδέχθησαν να αφεθούν ελεύθεροι, διά να επιτύχουν μίαν άλλην καλυτέραν ανάστασιν. Άλλοι εδοκιμάσθησαν με εμπαιγμούς και μαστίγωσιν, ακόμη δε και με δεσμά και φυλακήν. Ελιθοβολήθησαν, επριονίσθησαν, υπέστησαν πολλάς δοκιμασίας, εθανατώθησαν με μάχαιραν, περιπλανώντο φορούντες δέρματα προβάτων και δέρματα αιγών, εστερούντο, υπέφεραν θλίψεις και κακουχίας, (άνθρωποι διά τους οποίους δεν ήτο άξιος ο κόσμος), επλανώντο σε ερήμους και σε βουνά, σε σπήλαια και σε τρύπες της γης.
Όλοι αυτοί, αν και είχαν καλήν μαρτυρίαν διά την πίστιν τους, δεν έλαβαν ο,τι είχε υποσχεθεί ο Θεός, διότι είχε ο Θεός προβλέψει κάτι καλύτερον αναφορικώς μ’ εμάς διά να μη φθάσουν εκείνοι εις την τελειότητα χωρίς εμάς.

Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον (α΄1-25)
Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού, υιού Δαυΐδ, υιού Αβραάμ.
Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού, Ιούδας δε εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά εκ της Θάμαρ, Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ, Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών, Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ εκ της Ραχάβ, Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ εκ της Ρούθ, Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί, Ιεσσαί δε εγέννησε τον Δαυΐδ τον βασιλέα. Δαυΐδ δε ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα εκ της του Ουρίου, Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, Αβιά δε εγέννησε τον Ασά, Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν, Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Άχαζ, Άχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν, Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν, Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού επί της μετοικεσίας Βαβυλώνος.
Μετά δε την μετοικεσίαν Βαβυλώνος Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, Σαλαθιήλ δε εγέννησε τον Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ, Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ, Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας, εξ ης εγεννήθη Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός.
Πάσαι ούν αι γενεαί από Αβραάμ έως Δαυΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, και από Δαυΐδ έως της μετοικεσίας Βαβυλώνος γενεαί δεκατέσσαρες, και από της μετοικεσίας Βαβυλώνος έως του Χριστού γενεαί δεκατέσσαρες.
Τού δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν η συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου. Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν. Ταύτα δε αυτού ενθυμηθέντος ιδού άγγελος Κυρίου κατ᾿ όναρ εφάνη αυτώ λέγων· Ιωσήφ υιός Δαυΐδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκά σου· το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός εστιν Αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών.
Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου διά του προφήτου λέγοντος· Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ημών ο Θεός.
Διεγερθείς δε ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού, και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Βιβλίο της ιστορίας του Ιησού Χριστού, του υιού του Δαυίδ, του υιού του Αβραάμ.
Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ, ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδα και τους αδεφλούς του, ο Ιούδας εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά από την Θαμάρ, ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ εγέννησε τον Αράμ, ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών, ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ από την Ραχάβ, ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ από την Ρούθ, ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί, ο Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυίδ τον βασιλέα.
Ο Δαυίδ ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα από την σύζυγον του Ουρία, ο Σολομών εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά εγέννησε τον Ασά, ο Ασά εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ εγέννησε τον Οζιάν, ο Οζίας εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ εγέννησε τον Άχαζ, ο Άχαζ εγέννησε τον Εζεκίαν, ο Εζεκίας εγέννησε τον Μανασσήν, ο Μανασσής εγέννησε τον Αμών, ο Αμών εγέννησε τον Ιωσίαν, ο Ιωσίας εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς του κατά την εποχήν της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα.
Μετά δε την αιχμαλωσίαν εις την Βαβυλώνα ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ, ο Ζοροβάβελ εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ εγέννησε τον Ελιακείμ, ο Ελιακείμ εγέννησε τον Αζώρ, ο Αζώρ εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ εγέννησε τον Ελιούδ, ο Ελιούδ εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν εγέννησε τον Ιακώβ, ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιωσήφ, τον άνδρα της Μαρίας, από την οποίαν εγεννήθη ο Ιησούς, ο οποίος λέγεται Χριστός.
Όλαι λοιπόν αι γενεαί από του Αβραάμ μέχρι του Δαυίδ είναι γενεαί δεκατέσσερις και από του Δαυίδ μέχρι της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσερις και από της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι του Χριστού είναι γενεαί δεκατέσσερις. Τού δε Ιησού Χριστού η γέννησις έγινε κατά τον εξής τρόπον. Αφού η μητέρα του Μαρία αρραβωνιάσθηκε με τον Ιωσήφ, έμεινε έγκυος εκ Πνεύματος Αγίου πριν να συνευρεθούν. Ο άνδρας της, ο Ιωσήφ, επειδή ήτο δίκαιος και δεν ήθελε να την εκθέση, εσκέφθηκε να την διώξη κρυφά. Καί ενώ έτσι εσκέπτετο, άγγελος του Κυρίου του παρουσιάσθηκε εις το όνειρόν του και του είπε, «Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη φοβηθής να πάρης μαζί σου την Μαριάμ, την γυναίκα σου, διότι εκείνο που εγεννήθηκε μέσα της προέρχεται από Πνεύμα Άγιον. Θα γεννήση δε υιόν, τον οποίον θα ονομάσης Ιησούν, διότι αυτός θα σώση τον λαόν του από τας αμαρτίας του».
Όλα αυτά έγιναν διά να εκπληρωθή εκείνο, το οποίον ελέχθη από τον Κύριον διά του προφήτου, «Ιδού η παρθένος θα συλλάβη και θα γεννήση υιόν και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ», το οποίον μεταφραζόμενον σημαίνει, «Μαζί μας είναι ο Θεός».
Όταν ο Ιωσήφ εξύπνησε, έκανε όπως τον διέταξε ο άγγελος του Κυρίου, επήρε δηλαδή την γυναίκα του μαζί του· και δεν είχε καμίαν σχέσιν μαζί της μέχρις ότου εγέννησε τον υιόν της τον πρωτότοκον και τον ωνόμασεν Ιησού.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει Περισσότερα από τον συγγραφέα

Αφήστε μια απάντηση